Τέλος στα δωρεάν απογευματινά χειρουργεία.
Από 300 έως 2.000 ευρώ θα καλούνται να πληρώνουν πλέον οι ασθενείς για να χειρουργηθούν εκτός πρωινού ωραρίου στα δημόσια νοσοκομεία. Την ίδια στιγμή, οι ελλείψεις σε αναισθησιολόγους και νοσηλευτές εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο «αγκάθι» για τη λειτουργία του μέτρου.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή
Τα δωρεάν απογευματινά χειρουργεία έριξαν αυλαία και μαζί τους ολοκληρώθηκε και η περίοδος που το κράτος κάλυπτε το κόστος των επεμβάσεων μέσω των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Από εδώ και στο εξής, όποιος θέλει να αποφύγει την πολύμηνη αναμονή στα πρωινά χειρουργεία θα πρέπει να βγάλει την τραπεζική του κάρτα. Η δημόσια υγεία, άλλωστε, φαίνεται πως μπαίνει όλο και περισσότερο στη λογική του «πληρώνεις για να κερδίσεις χρόνο».
Το νέο καθεστώς προβλέπει ότι οι ασθενείς θα καταβάλλουν εξ ολοκλήρου το κόστος της επέμβασής τους, με τις χρεώσεις να ξεκινούν από τα 300 ευρώ και να αγγίζουν τα 2.000 ευρώ στις πιο απαιτητικές χειρουργικές πράξεις. Μάλιστα, για όσους αναρωτιούνται αν η δημόσια υγεία εκσυγχρονίζεται, η απάντηση είναι πως τουλάχιστον το POS θα βρίσκεται εκεί για να διευκολύνει τη συναλλαγή.
Η ηγεσία του υπουργείου Υγείας παρουσιάζει τις τιμές ως ιδιαίτερα ανταγωνιστικές σε σύγκριση με τις ιδιωτικές κλινικές, υποστηρίζοντας ότι προσφέρουν μια οικονομικότερη επιλογή για όσους επιθυμούν να χειρουργηθούν νωρίτερα. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι για χιλιάδες πολίτες ακόμη και τέτοια ποσά αποτελούν σημαντική οικονομική επιβάρυνση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια αναγκαία ιατρική πράξη και όχι για επιλογή πολυτελείας.
Την ώρα που ο τιμοκατάλογος είναι συγκεκριμένος, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για το διαθέσιμο προσωπικό. Οι ελλείψεις σε αναισθησιολόγους, νοσηλευτές και άλλες κρίσιμες ειδικότητες εξακολουθούν να ταλαιπωρούν το Εθνικό Σύστημα Υγείας, με αποτέλεσμα να καταγράφονται καθυστερήσεις ακόμη και στα τακτικά χειρουργεία. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος μπορεί να πληρώσει, αλλά και αν θα βρεθεί η απαραίτητη ομάδα για να πραγματοποιηθεί η επέμβαση.
Οι χρεώσεις έχουν διαμορφωθεί ανάλογα με τη βαρύτητα της επέμβασης. Για τις πολύ μικρές επεμβάσεις το αντίτιμο ορίζεται στα 300 ευρώ, για τις μικρές στα 500 ευρώ, για τις μεσαίες στα 900 ευρώ, για τις μεγάλες στα 1.200 ευρώ, για τις βαριές στα 1.600 ευρώ και για τις εξαιρετικά βαριές στα 2.000 ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η υπουργική απόφαση καθορίζει και τις αμοιβές όσων συμμετέχουν στα απογευματινά χειρουργεία. Οι επικεφαλής χειρουργοί αμείβονται με ποσά που αυξάνονται ανάλογα με τη δυσκολία της επέμβασης, ενώ προβλέπονται ξεχωριστές αμοιβές για αναισθησιολόγους, επιμελητές και τα υπόλοιπα μέλη της χειρουργικής ομάδας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε χολοκυστεκτομές ή αρθροπλαστικές ισχίου, οι αμοιβές των βασικών χειρουργών ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες ευρώ ανά επέμβαση.
Αυξημένες αποδοχές προβλέπονται και για το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς το υπουργείο επιδιώκει να καταστήσει ελκυστικότερη τη συμμετοχή στα απογευματινά χειρουργεία. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αν τα οικονομικά κίνητρα αρκούν για να καλύψουν τα κενά ενός συστήματος που εδώ και χρόνια λειτουργεί στα όριά του.
Η συμμετοχή των νοσοκομείων στο πρόγραμμα εξακολουθεί να είναι προαιρετική και εξαρτάται από το αν διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές και το απαιτούμενο προσωπικό. Έτσι, το σχέδιο φιλοδοξεί να μειώσει τις λίστες αναμονής, αλλά στην πράξη η επιτυχία του θα κριθεί από δύο παράγοντες: Αν υπάρχουν επαρκείς επαγγελματίες υγείας και αν οι ασθενείς μπορούν να αντέξουν το κόστος. Γιατί, όσο κι αν παρουσιάζεται ως «επιλογή», όταν η εναλλακτική είναι η πολύμηνη αναμονή, η επιλογή αυτή μοιάζει για πολλούς περισσότερο με μονόδρομο παρά με προνόμιο.



