Οι δασικές πυρκαγιές δεν αφήνουν πίσω τους μόνο καμένες εκτάσεις. Οι συνέπειές τους επεκτείνονται στη βιοποικιλότητα, στην ποιότητα του αέρα, στα υδάτινα οικοσυστήματα και τελικά στη δημόσια υγεία, με επιπτώσεις που μπορεί να διαρκέσουν ακόμη και δεκαετίες. Για τους κινδύνους που ακολουθούν μετά το πέρασμα της φωτιάς μίλησε ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, εξηγώντας ότι η πραγματική δοκιμασία για το περιβάλλον αρχίζει όταν οι φλόγες έχουν πλέον σβήσει.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Η εικόνα ενός καμένου δάσους αποτελεί μόνο την αρχή μιας αλυσίδας επιπτώσεων που επηρεάζουν τη λειτουργία ολόκληρων οικοσυστημάτων. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα των πυρκαγιών στερεί από τη φύση τον απαραίτητο χρόνο για να ανακάμψει, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιοχές να παρατηρούνται πλέον μόνιμες αλλαγές στη μορφή της βλάστησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη χαλέπιο πεύκη, επισημαίνοντας ότι απαιτούνται περίπου 15 έως 20 χρόνια προκειμένου να δημιουργηθεί το αναγκαίο απόθεμα σπόρων που θα επιτρέψει τη φυσική αναγέννηση του δάσους. Όταν μια νέα πυρκαγιά εκδηλωθεί πριν ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος, η διαδικασία αποκατάστασης διακόπτεται και το πευκοδάσος σταδιακά αντικαθίσταται από χαμηλή θαμνώδη ή φρυγανική βλάστηση. Όπως σημείωσε, το φαινόμενο αυτό καταγράφεται ήδη σε περιοχές της Αττικής και της Πελοποννήσου.
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η περίπτωση της κεφαλληνιακής ελάτης. Ο καθηγητής εξήγησε ότι το συγκεκριμένο είδος δεν διαθέτει μηχανισμό φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιά, γεγονός που καθιστά την αποκατάσταση τέτοιων δασικών οικοσυστημάτων εξαιρετικά χρονοβόρα, ακόμη και σε ορίζοντα πολλών δεκαετιών.
Πλήγμα και στην άγρια ζωή
Πέρα από τη χλωρίδα, σοβαρές είναι οι συνέπειες και για την πανίδα. Ο κατακερματισμός των φυσικών ενδιαιτημάτων απομονώνει πληθυσμούς ζώων, περιορίζοντας τη γενετική τους ποικιλότητα και δυσχεραίνοντας την επιβίωση πολλών ειδών.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τη μεγάλη πυρκαγιά στο δάσος της Δαδιάς το 2023, όπου χάθηκαν πολύτιμες περιοχές φωλεοποίησης του μαυρόγυπα, ενός από τα σημαντικότερα προστατευόμενα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης.
Ατμοσφαιρική ρύπανση και αυξημένοι κίνδυνοι για την υγεία
Ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης στάθηκε ιδιαίτερα στις επιπτώσεις που προκαλεί ο καπνός των πυρκαγιών στην ανθρώπινη υγεία.
Όπως ανέφερε, οι συγκεντρώσεις των αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 190 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, όταν η τιμή αναφοράς για την προστασία της υγείας είναι πολλαπλάσια χαμηλότερη.
Παράλληλα, εξήγησε ότι τα σωματίδια που προέρχονται από την καύση δασικής βιομάζας εμφανίζουν υψηλότερη οξειδωτική δράση σε σχέση με άλλες πηγές ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης αναπνευστικών και άλλων προβλημάτων υγείας.
Δεν καίγονται μόνο τα δέντρα
Ο καθηγητής επεσήμανε ότι στις μεγάλες πυρκαγιές δεν καταστρέφεται αποκλειστικά η φυσική βλάστηση, αλλά συχνά παραδίδονται στις φλόγες κατοικίες, αποθηκευτικοί χώροι και πλήθος τεχνητών υλικών.
Η καύση μονωτικών υλικών, ελαστικών, ηλεκτρονικών συσκευών ή φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων μπορεί να οδηγήσει στην έκλυση επικίνδυνων ουσιών, όπως διοξίνες, πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες και βαρέα μέταλλα, τα οποία παραμένουν στο περιβάλλον και μετά το τέλος της πυρκαγιάς.
Προσοχή και μετά την κατάσβεση
Η παρουσία της στάχτης στις πληγείσες περιοχές δεν είναι ακίνδυνη, προειδοποίησε ο καθηγητής, εξηγώντας ότι μπορεί να περιέχει επιβλαβείς χημικές ουσίες.
Για τον λόγο αυτό συνέστησε η απομάκρυνσή της να γίνεται με τη χρήση μάσκας και γαντιών, ενώ ο καθαρισμός των επιφανειών θα πρέπει να πραγματοποιείται με νερό χαμηλής πίεσης ώστε να αποφεύγεται η επαναιώρηση των σωματιδίων στην ατμόσφαιρα.
Οι συνέπειες συνεχίζονται για μήνες
Ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης υπογράμμισε ότι οι επιπτώσεις μιας μεγάλης πυρκαγιάς δεν σταματούν με την οριστική κατάσβεση των εστιών.
Όπως εξήγησε, η έκθεση των κατοίκων σε επιβλαβείς ουσίες μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσω της σκόνης που επανέρχεται στον αέρα, της πιθανής ρύπανσης των υδάτων αλλά και της μεταφοράς ρύπων στην τροφική αλυσίδα, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για συστηματική παρακολούθηση των περιοχών που έχουν πληγεί από τις πυρκαγιές.



