Παρουσιάστηκε ως μία από τις πιο ηχηρές αλλαγές στον χώρο της Υγείας. Το υπουργείο Υγείας άνοιξε νομοθετικά την πόρτα των δημόσιων νοσοκομείων στους ιδιώτες γιατρούς, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να χειρουργούν και να παρέχουν υπηρεσίες μέσα στο ΕΣΥ. Στα χαρτιά, το εγχείρημα έμοιαζε να αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Στην πράξη, όμως, η… πόρτα έμεινε ανοιχτή χωρίς να περνά σχεδόν κανείς.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Παρά το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε, τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν και τις αμοιβές που καθορίστηκαν, το ενδιαφέρον των ελευθεροεπαγγελματιών γιατρών παραμένει σχεδόν ανύπαρκτο και όσοι γνωρίζουν καλά τις ισορροπίες στον χώρο της Υγείας, μόνο έκπληξη δεν δηλώνουν.
Κυβερνητικές πηγές με γνώση των διεργασιών υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση εξυπηρέτησε πρωτίστως έναν πολιτικό στόχο: να σταλεί το μήνυμα της «ισότητας» μετά την απόφαση που επέτρεψε στους γιατρούς του ΕΣΥ να εργάζονται και στον ιδιωτικό τομέα.
Η κυβέρνηση άνοιξε την αγορά για τους νοσοκομειακούς γιατρούς. Έπρεπε, λοιπόν, να δείξει ότι ανοίγει και το δημόσιο σύστημα στους ιδιώτες. Τουλάχιστον σε επίπεδο νομοθεσίας.
Μόνο που από την ψήφιση ενός νόμου μέχρι την πραγματική εφαρμογή του μεσολαβεί συνήθως η… ελληνική πραγματικότητα.
Το ΕΣΥ δεν ήταν ποτέ έτοιμο να δεχθεί ιδιώτες
Όσοι παρακολουθούν τις εξελίξεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας εκτιμούν ότι ουδέποτε υπήρξε πραγματική πρόθεση να γεμίσουν τα δημόσια νοσοκομεία με ιδιώτες χειρουργούς. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα άνοιγε έναν νέο κύκλο αντιδράσεων μέσα στα νοσοκομεία, θα δημιουργούσε συγκρούσεις μεταξύ γιατρών και θα προκαλούσε εύλογα ερωτήματα στους πολίτες για τα όρια μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής περίθαλψης.
Άλλωστε, σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση επιχειρεί να υπερασπιστεί τον δημόσιο χαρακτήρα του ΕΣΥ, η εικόνα ιδιωτών που θα πραγματοποιούν επεμβάσεις μέσα σε δημόσια νοσοκομεία έναντι αμοιβής μόνο πολιτικά ανώδυνη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί.
Έτσι, η μεταρρύθμιση υπάρχει. Αλλά περισσότερο ως θεσμική πρόβλεψη παρά ως καθημερινή πρακτική.
Τα τρία εμπόδια που «πάγωσαν» το μέτρο
Όσοι ιδιώτες γιατροί εξέτασαν το ενδεχόμενο να αξιοποιήσουν τη νέα δυνατότητα, βρέθηκαν γρήγορα αντιμέτωποι με όρους που, σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, λειτουργούν αποτρεπτικά.
Πρώτο εμπόδιο είναι οι εφημερίες.
Ο νόμος προβλέπει ότι η συμμετοχή στις εφημερίες είναι προαιρετική. Ωστόσο, σε ένα ΕΣΥ που εξακολουθεί να λειτουργεί με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, ελάχιστοι πιστεύουν ότι ένας ιδιώτης γιατρός θα μπορεί να δραστηριοποιείται αποκλειστικά στα χειρουργεία χωρίς να κληθεί να καλύψει ανάγκες εφημέρευσης και για έναν ελευθεροεπαγγελματία που διατηρεί ιατρείο ή συνεργάζεται με ιδιωτικές κλινικές, το κόστος σε χρόνο δύσκολα δικαιολογείται.
Δεύτερο εμπόδιο είναι οι αμοιβές.
Τα ποσά που προβλέπονται απέχουν σημαντικά από τις αμοιβές της ιδιωτικής αγοράς. Για ιδιαίτερα σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις η αμοιβή έχει καθοριστεί στα 600 ευρώ, για βαριά χειρουργεία στα 550 ευρώ, για επεμβάσεις μέσης βαρύτητας στα 400 ευρώ και για μικρά χειρουργεία στα 250 ευρώ.
Για αρκετούς ιδιώτες γιατρούς, τα ποσά αυτά δεν αποτελούν κίνητρο ώστε να εντάξουν στο ήδη επιβαρυμένο επαγγελματικό τους πρόγραμμα και τη δραστηριοποίηση μέσα σε δημόσιο νοσοκομείο.
Το τρίτο «φίλτρο» είναι η ίδια η διαδικασία ένταξης.
Η πρόσβαση ενός ιδιώτη γιατρού στο ΕΣΥ δεν εξαρτάται μόνο από τη διοίκηση του νοσοκομείου. Απαιτείται και η συναίνεση του διευθυντή της αντίστοιχης κλινικής, γεγονός που, σύμφωνα με στελέχη του χώρου, καθιστά την εφαρμογή της διάταξης ακόμη πιο δύσκολη. Λίγοι θεωρούν πιθανό ότι θα δοθούν εύκολα τέτοιες εγκρίσεις, καθώς η παρουσία εξωτερικών συνεργατών μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές αντιδράσεις και νέες ισορροπίες μέσα στις κλινικές.
Η αγορά έδωσε ήδη την απάντησή της
Το αποτέλεσμα είναι ότι, μήνες μετά τη θέσπιση του μέτρου, η συμμετοχή ιδιωτών γιατρών παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Η αγορά φαίνεται να έχει αξιολογήσει το πλαίσιο ως μη ελκυστικό, ενώ αρκετοί εκτιμούν ότι ούτε το ίδιο το υπουργείο Υγείας πιέζει ιδιαίτερα για την ενεργοποίησή του.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν τα δημόσια νοσοκομεία χρειάζονται ενίσχυση από ιδιώτες, εξακολουθούν να καταφεύγουν στη γνωστή λύση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών για συγκεκριμένες ειδικότητες και συγκεκριμένες ανάγκες. Ένα μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη εδώ και χρόνια και συνεχίζει να καλύπτει τα κενά εκεί όπου το ΕΣΥ δεν μπορεί να ανταποκριθεί.
Η πολυσυζητημένη είσοδος των ιδιωτών γιατρών στο δημόσιο σύστημα, αντίθετα, παραμένει μια μεταρρύθμιση που υπάρχει στη νομοθεσία, αναφέρεται στις κυβερνητικές εξαγγελίες, αλλά δύσκολα συναντά κανείς στους διαδρόμους και στα χειρουργεία των δημόσιων νοσοκομείων.



