Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που συνδέεται κυρίως με δυσκολίες στην προσοχή, την αναστολή των παρορμήσεων και τις εκτελεστικές λειτουργίες.
Γράφει η Ηρώ Κούτρη – Ψυχολόγος
Για πολλά χρόνια θεωρούνταν κυρίως διαταραχή της παιδικής ηλικίας. Σήμερα, όμως, είναι πλέον αποδεκτό ότι τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ μπορεί να επιμένουν και στην ενήλικη ζωή, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία. Η ΔΕΠ-Υ στους μεγαλύτερους ενήλικες αποτελεί σχετικά νέο πεδίο έρευνας και η διαθέσιμη βιβλιογραφία παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με την έρευνα σε παιδιά και νεότερους ενήλικες. Ωστόσο, τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν ότι τα συμπτώματα μπορούν να παραμένουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής και να επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής (Fischer & Nilsen, 2024).
Η εικόνα της ΔΕΠ-Υ στους μεγαλύτερους ενήλικες δεν είναι απαραίτητα ίδια με εκείνη που παρατηρείται στην παιδική ηλικία. Η έντονη κινητική υπερδραστηριότητα μπορεί να μειώνεται με την ηλικία και να αντικαθίσταται από μια περισσότερο εσωτερική αίσθηση ανησυχίας ή από δυσκολία χαλάρωσης. Αντίθετα, οι δυσκολίες στη διατήρηση της προσοχής, η εύκολη διάσπαση από εξωτερικά ερεθίσματα, η δυσκολία οργάνωσης των καθημερινών δραστηριοτήτων, η αναβλητικότητα, η δυσκολία ολοκλήρωσης εργασιών, η συχνή απώλεια αντικειμένων, τα προβλήματα στη διαχείριση του χρόνου και οι δυσκολίες στις εκτελεστικές λειτουργίες μπορεί να εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή ζωή. Η πρόσφατη βιβλιογραφία δείχνει ότι ο βασικός πυρήνας των συμπτωμάτων μπορεί να παραμένει παρόμοιος με εκείνον των νεότερων ενηλίκων, ενώ η ένταση και ο τρόπος εκδήλωσής τους ενδέχεται να μεταβάλλονται με την ηλικία (Fischer & Nilsen, 2024).
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι η διάκριση ανάμεσα στη ΔΕΠ-Υ και στις φυσιολογικές αλλαγές που συνοδεύουν τη γήρανση. Η φυσιολογική γήρανση μπορεί να συνοδεύεται από ορισμένες μεταβολές στη μνήμη, στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και στην προσοχή. Επομένως, το γεγονός ότι ένα άτομο ξεχνά περιστασιακά ένα όνομα ή δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε μια κουραστική δραστηριότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι παρουσιάζει ΔΕΠ-Υ. Στη ΔΕΠ-Υ, αντίθετα, οι δυσκολίες έχουν συνήθως μακροχρόνια πορεία. Για τον λόγο αυτό, ένα σημαντικό στοιχείο της αξιολόγησης είναι να διερευνηθεί εάν παρόμοια προβλήματα υπήρχαν ήδη από την παιδική ή τη νεανική ηλικία. Η διάγνωση στην τρίτη ηλικία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή συμπτώματα όπως η απροσεξία και οι δυσκολίες στις εκτελεστικές λειτουργίες μπορεί να εμφανίζονται και σε άλλες καταστάσεις. Η κατάθλιψη, το άγχος, οι διαταραχές ύπνου, ορισμένα φάρμακα και οι νευρογνωστικές διαταραχές μπορούν επίσης να επηρεάσουν σημαντικά την προσοχή και τη μνήμη. Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συνολικό ιστορικό του ατόμου και να εξετάζει πιθανές ψυχιατρικές, νευρολογικές ή άλλες ιατρικές αιτίες (Dobrosavljevic et al., 2023).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση της ΔΕΠ-Υ με τη μνήμη. Η ΔΕΠ-Υ δεν αποτελεί πρωτίστως διαταραχή της μνήμης. Ωστόσο, η ανεπαρκής προσοχή κατά τη λήψη μιας πληροφορίας μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα του ατόμου να την ανακαλέσει αργότερα. Για παράδειγμα, όταν ένα άτομο δεν έχει προσέξει πού τοποθέτησε ένα αντικείμενο, είναι φυσικό να δυσκολεύεται αργότερα να θυμηθεί πού βρίσκεται. Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι οι μεγαλύτεροι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ μπορεί να παρουσιάζουν χαμηλότερη επίδοση στην προσοχή και στην επεισοδική μνήμη σε σύγκριση τόσο με υγιείς ηλικιωμένους όσο και με νεότερους ενήλικες με ΔΕΠ-Υ. Τα ευρήματα σχετικά με τις εκτελεστικές λειτουργίες είναι περισσότερο ανομοιογενή, γεγονός που υποδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα (Pardo-Palenzuela et al., 2025). Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία, καθώς οι δυσκολίες μνήμης στην τρίτη ηλικία μπορεί εύκολα να δημιουργήσουν υποψία για νευρογνωστική διαταραχή. Η διάκριση ανάμεσα στις διαφορετικές αιτίες των γνωστικών δυσκολιών είναι, επομένως, απαραίτητη.
Η ακριβής συχνότητα της ΔΕΠ-Υ στην τρίτη ηλικία δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Οι διαφορετικές ερευνητικές μεθοδολογίες οδηγούν σε σημαντικά διαφορετικές εκτιμήσεις. Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 20 μελετών, με συνολικό δείγμα περίπου 21 εκατομμυρίων ατόμων, υπολόγισε ότι η συχνότητα συμπτωμάτων συμβατών με ΔΕΠ-Υ, όταν χρησιμοποιήθηκαν επικυρωμένες κλίμακες, ήταν 2,18%. Αντίθετα, η συχνότητα βάσει κλινικής διάγνωσης ήταν 0,23%, ενώ το ποσοστό των ατόμων που λάμβαναν φαρμακευτική θεραπεία για ΔΕΠ-Υ ήταν μόλις 0,09% (Dobrosavljevic et al., 2020). Οι μεγάλες αυτές διαφορές δεν σημαίνουν ότι όλοι όσοι εμφανίζουν συμπτώματα έχουν ΔΕΠ-Υ. Δείχνουν, όμως, ότι η συγκεκριμένη διαταραχή πιθανόν να παραμένει υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευμένη στους μεγαλύτερους ενήλικες.
Η ΔΕΠ-Υ δεν επηρεάζει μόνο την προσοχή και τη συγκέντρωση. Μπορεί να συνδέεται με δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις, στην καθημερινή οργάνωση και στη γενικότερη λειτουργικότητα. Η ανασκόπηση των Fischer και Nilsen (2024), η οποία περιέλαβε 17 μελέτες σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, ανέδειξε συχνή συνύπαρξη της ΔΕΠ-Υ με προβλήματα ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα άγχος και κατάθλιψη. Παράλληλα, αναφέρθηκαν δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις και κοινωνική απομόνωση. Οι αλλαγές που συνοδεύουν τη γήρανση μπορεί να ενισχύουν την επιβάρυνση που προκαλούν τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ (Fischer & Nilsen, 2024). Έτσι, η ΔΕΠ-Υ στην τρίτη ηλικία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα σύνολο προβλημάτων συγκέντρωσης, καθώς η επίδρασή της μπορεί να είναι ευρύτερη και να αφορά την αυτονομία, την κοινωνική συμμετοχή και την ποιότητα ζωής.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά τις αλλαγές που επιφέρει η συνταξιοδότηση. Η εργασία προσφέρει συχνά ένα σταθερό καθημερινό πρόγραμμα, συγκεκριμένες προθεσμίες και εξωτερική οργάνωση. Μετά τη συνταξιοδότηση, μεγάλο μέρος αυτής της δομής μπορεί να εξαφανιστεί. Για ένα άτομο με ΔΕΠ-Υ, η μεγαλύτερη ελευθερία και η απουσία ενός σταθερού πλαισίου μπορεί να καταστήσουν περισσότερο εμφανείς τις δυσκολίες στην οργάνωση, στη διαχείριση του χρόνου και στην ολοκλήρωση δραστηριοτήτων. Παράλληλα, η παρουσία άλλων προβλημάτων ψυχικής υγείας, όπως το άγχος και η κατάθλιψη, μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την καθημερινή λειτουργικότητα.
Η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ στους ηλικιωμένους αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι ένα άτομο έχει προβλήματα προσοχής. Ο ειδικός χρειάζεται να εξετάσει την πορεία των συμπτωμάτων σε βάθος χρόνου, να αναζητήσει στοιχεία από την παιδική και ενήλικη ζωή και να αποκλείσει άλλες πιθανές εξηγήσεις. Η σύγχρονη βιβλιογραφία επισημαίνει επίσης ότι πολλά από τα διαθέσιμα διαγνωστικά εργαλεία δεν έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την τρίτη ηλικία. Υπάρχει, επομένως, ανάγκη για πιο κατάλληλες και ηλικιακά ευαίσθητες διαδικασίες αξιολόγησης (Dobrosavljevic et al., 2023).
Όσον αφορά τη θεραπευτική αντιμετώπιση, μπορούν να εξεταστούν τόσο μη φαρμακευτικές όσο και φαρμακευτικές παρεμβάσεις. Η ψυχοεκπαίδευση, οι στρατηγικές οργάνωσης, η διαχείριση του χρόνου και η ανάπτυξη πρακτικών τρόπων αντιμετώπισης των καθημερινών δυσκολιών μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά στοιχεία της παρέμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί και η φαρμακευτική θεραπεία. Ωστόσο, στους μεγαλύτερους ενήλικες απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή λόγω της συχνότερης παρουσίας άλλων νοσημάτων, της πολυφαρμακίας και των πιθανών αλληλεπιδράσεων μεταξύ φαρμάκων. Τα διαθέσιμα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των φαρμακευτικών θεραπειών ειδικά σε αυτή την ηλικιακή ομάδα παραμένουν περιορισμένα (Dobrosavljevic et al., 2023).
Η ΔΕΠ-Υ στην τρίτη ηλικία αποτελεί ένα πεδίο που μόλις τα τελευταία χρόνια αποκτά την επιστημονική προσοχή που του αξίζει. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα συμπτώματα μπορούν να επιμένουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής και ότι η κλινική τους εικόνα μπορεί να μεταβάλλεται καθώς το άτομο μεγαλώνει. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφορική διάγνωση, καθώς η δυσκολία συγκέντρωσης ή η ξεχασμάρα σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο δεν πρέπει ούτε να αποδίδεται αυτόματα στη φυσιολογική γήρανση ούτε να θεωρείται χωρίς περαιτέρω διερεύνηση ένδειξη ΔΕΠ-Υ.
Η σωστή αξιολόγηση απαιτεί να εξετάζεται ολόκληρη η πορεία της ζωής του ατόμου. Πότε εμφανίστηκαν για πρώτη φορά οι δυσκολίες; Πώς επηρέασαν την εκπαίδευση, την εργασία και τις σχέσεις; Υπήρχαν παρόμοια προβλήματα πριν από την τρίτη ηλικία; Και πόσο επηρεάζουν σήμερα την καθημερινή λειτουργικότητα; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να βοηθήσει τον κλινικό να διακρίνει τη ΔΕΠ-Υ από τις γνωστικές αλλαγές της γήρανσης και από άλλες παθήσεις.
Τελικά, η ΔΕΠ-Υ στην τρίτη ηλικία μας υπενθυμίζει ότι η ηλικία δεν διαγράφει την προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου. Ένας άνθρωπος που σήμερα δυσκολεύεται να οργανώσει την καθημερινότητά του μπορεί να αντιμετώπιζε παρόμοιες δυσκολίες και πριν από πολλές δεκαετίες, χωρίς ποτέ να έχει λάβει μια σαφή εξήγηση. Η αναγνώριση αυτής της πιθανότητας δεν σημαίνει ότι κάθε ξεχασμάρα αποτελεί ένδειξη ΔΕΠ-Υ. Σημαίνει, όμως, ότι αξίζει να ακούμε προσεκτικά την ιστορία πίσω από το σύμπτωμα. Η καλύτερη κατανόηση της ΔΕΠ-Υ στην τρίτη ηλικία μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών, στην κατάλληλη υποστήριξη και, τελικά, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των μεγαλύτερων ενηλίκων.
Βιβλιογραφία
Dobrosavljevic, M., Solares, C., Cortese, S., Andershed, H., & Larsson, H. (2020). Prevalence of attention-deficit/
Dobrosavljevic, M., Larsson, H., & Cortese, S. (2023). The diagnosis and treatment of attention-deficit hyperactivity disorder (ADHD) in older adults. Expert Review of Neurotherapeutics, 23(10), 883–893. https://doi.org/10.1080/
Fischer, S., & Nilsen, C. (2024). ADHD in older adults – A scoping review. Aging & Mental Health, 28(9), 1189–1196. https://doi.org/10.1080/
Goodman, D. W., Cortese, S., & Faraone, S. V. (2024). Why is ADHD so difficult to diagnose in older adults? Expert Review of Neurotherapeutics, 24(10), 941–944. https://doi.org/10.1080/
Pardo-Palenzuela, N., Onandia-Hinchado, I., & Diaz-Orueta, U. (2025). Cognitive profile of ADHD in older adults: A systematic review. Journal of Attention Disorders, 30(1), 152–162. https://doi.org/10.1177/



