Νευρική ανορεξία υπερφαγία παχυσαρκία νευρικές διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή και τώρα ξαφνικά μιλάμε για τη χαμένη γενιά του Ozempic τις υπερβολές στο αδυνάτισμα αλλά και την ασταθή ψυχολογία. Για όλα αυτά και πολλά ακόμα μιλάει στο iatro η ψυχολόγος, Δρ Μαρία Τσιάκα, PhD Psychological medicine, Kings College London και πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια αύξηση περιστατικών διατροφικών διαταραχών σε πολύ νεότερες ηλικίες. Τι αλλάζει στο προφίλ των ασθενών που απευθύνονται σε εσάς σήμερα σε σχέση με το παρελθόν;
Σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της κλινικής μου δουλειάς, σήμερα βλέπουμε παιδιά να εμφανίζουν σοβαρά περιοριστικά συμπτώματα πριν ακόμη εισέλθουν πλήρως στην εφηβεία. Συχνά η απώλεια βάρους είναι ταχύτερη και συνυπάρχουν έντονο άγχος, ακαμψία, τελειοθηρία ή δυσκολίες αισθητηριακής επεξεργασίας. Παράλληλα, αναγνωρίζουμε συχνότερα διαφορετικές κλινικές εικόνες: αγόρια, παιδιά με αυτισμό ή άλλες νευροαναπτυξιακές ιδιαιτερότητες, περιστατικά ARFID και εφήβους που έχουν χάσει επικίνδυνα βάρος, αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται σε ένα φαινομενικά «φυσιολογικό» ή υψηλότερο BMI. Η εικόνα αυτή μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της διάγνωσης, παρότι οι ιατρικές επιπλοκές μπορεί να είναι εξίσου σοβαρές.
Έχει αλλάξει, επομένως, και η εικόνα που έχουμε για το ποιον μπορεί να αφορά μια διατροφική διαταραχή. Δεν εμφανίζεται αποκλειστικά σε έφηβα κορίτσια, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί σε παιδιά και εφήβους κάθε φύλου, σωματικού βάρους και κοινωνικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, τα περιστατικά που φτάνουν σήμερα στις υπηρεσίες είναι συχνά πιο σύνθετα, καθώς η διαταραχή μπορεί να συνυπάρχει με έντονο άγχος, κατάθλιψη, αυτοτραυματισμούς, κοινωνική απόσυρση και σημαντική επιβάρυνση της σχολικής ζωής. Η αξιολόγηση, λοιπόν, δεν πρέπει να εστιάζει μόνο στον αριθμό της ζυγαριάς ή στην εξωτερική εμφάνιση. Χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη την αναπτυξιακή πορεία, την ταχύτητα των αλλαγών στο βάρος και στη διατροφή, τη σωματική και ψυχική κατάσταση, καθώς και τη συνολική λειτουργικότητα του παιδιού.

Τα social media και τα πρότυπα εικόνας που προβάλλουν φαίνεται να παίζουν ολοένα πιο ενεργό ρόλο. Πώς επηρεάζουν στην πράξη τη σχέση των εφήβων με το σώμα και το φαγητό;
Τα social media δεν είναι ο μοναδικός περιβαλλοντικός παράγοντας για την έναρξη μιας διατροφικής διαταραχής. Οι διατροφικές διαταραχές είναι πολυπαραγοντικές ασθένειες, στις οποίες αλληλεπιδρούν βιολογική ευαλωτότητα, ιδιοσυγκρασία, ψυχολογικοί και οικογενειακοί παράγοντες και κοινωνικές επιρροές. Τα social media, όμως, μπορούν να λειτουργήσουν ως πολύ ισχυρός επιταχυντής για ένα ήδη ευάλωτο παιδί. Σήμερα, η έκθεση δεν είναι περιστασιακή αλλά συνεχής: οι έφηβοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με επεξεργασμένες εικόνες, διαρκείς συγκρίσεις και μηχανισμούς κοινωνικής επιβεβαίωσης, όπως τα likes και τα σχόλια. Οι αλγόριθμοι μπορούν να ενισχύσουν αυτή την έκθεση: όταν ένα παιδί σταθεί σε περιεχόμενο σχετικό με απώλεια βάρους, «καθαρή» διατροφή, γυμναστική ή αλλαγή σώματος, είναι πιθανό να του εμφανίζεται συνεχώς περισσότερο παρόμοιο υλικό. Η έρευνα συνδέει την αυξημένη κοινωνική σύγκριση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για το σώμα και περισσότερα συμπτώματα διαταραγμένης σχέσης με τη τροφή.
Σταδιακά, ο έφηβος μπορεί να αρχίσει να αξιολογεί το σώμα του με βάση αυτά τα πρότυπα και να οργανώνει τη διατροφή του γύρω από ολοένα πιο αυστηρούς κανόνες. Οι τροφές διαχωρίζονται σε «σωστές» και «λάθος», με αποτέλεσμα να ενισχύονται η ενοχή, ο φόβος και η ανάγκη για έλεγχο. Η αντιμετώπιση δεν εξαντλείται στον περιορισμό της χρήσης του κινητού. Χρειάζεται να βοηθήσουμε το παιδί να κατανοήσει ότι μεγάλο μέρος του περιεχομένου που βλέπει είναι επιλεγμένο ή επεξεργασμένο, να αναγνωρίζει πώς οι αλγόριθμοι διαμορφώνουν όσα του προβάλλονται και να αναπτύξει μια πιο κριτική στάση απέναντί τους.
Ποια είναι τα πρώτα «καμπανάκια» που πρέπει να προσέξει μια οικογένεια, και πόσο δύσκολο είναι συνήθως να αναγνωριστεί έγκαιρα το πρόβλημα;
Τα πρώτα σημάδια δεν είναι πάντοτε μια εντυπωσιακή απώλεια βάρους. Συχνά προηγούνται μικρές αλλά επίμονες συμπεριφορικές αλλαγές: το παιδί αρχίζει να παραλείπει γεύματα, να αποκλείει ολόκληρες κατηγορίες τροφίμων, να διαβάζει συνεχώς ετικέτες, να μετρά θερμίδες, να τρώει υπερβολικά αργά ή να επιμένει σε συγκεκριμένες ώρες, ποσότητες και σκεύη. Μπορεί να αποφεύγει τα οικογενειακά γεύματα, να ζητά να τρώει μόνο του η να λέει ότι έχει ήδη φάει, να πηγαίνει αμέσως στην τουαλέτα μετά το φαγητό ή να ασκείται με τρόπο καταναγκαστικό. Άλλα σημαντικά σημάδια είναι η έντονη ενασχόληση με το βάρος και το σώμα, το συχνό ζύγισμα ή body checking, η ευερεθιστότητα γύρω από τα γεύματα, η κοινωνική απόσυρση, η κόπωση, το αίσθημα ψύχους, η πτώση στη συγκέντρωση και στη σχολική επίδοση. Στα παιδιά μπορεί επίσης να παρατηρήσουμε ότι δεν παίρνουν το βάρος και το ύψος που αναμένεται για την αναπτυξιακή τους πορεία, ακόμη και αν δεν έχουν εμφανή απώλεια βάρους.
Η έγκαιρη αναγνώριση είναι δύσκολη επειδή πολλές αρχικές συμπεριφορές παρουσιάζονται ως «υγιεινή διατροφή», αθλητισμός ή αυτοπειθαρχία. Παράλληλα, το ίδιο το παιδί μπορεί να μην αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο ή να φοβάται ότι, αν μιλήσει, θα του αφαιρεθεί ο έλεγχος. Δεν περιμένουμε, λοιπόν, να εμφανιστούν όλα τα συμπτώματα ή να παραδεχτεί το παιδί ότι έχει πρόβλημα. Όσο νωρίτερα γίνει εξειδικευμένη αξιολόγηση, τόσο περισσότερες είναι οι δυνατότητες να ανακοπεί η εξέλιξη της διαταραχής.
Ο σύλλογος «Επιστρέφω» δουλεύει πάνω σε αυτά τα θέματα εδώ και χρόνια. Πώς έχει εξελιχθεί η υποστήριξη που προσφέρεται σήμερα σε ασθενείς και οικογένειες, και τι κενά παραμένουν στο σύστημα υγείας;
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι η οικογένεια δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως υπεύθυνη για την ασθένεια, αλλά ως σημαντικός σύμμαχος στην ανάρρωση. Οι γονείς χρειάζονται γνώση, συγκεκριμένη καθοδήγηση και συναισθηματική υποστήριξη, γιατί καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν φόβο, συγκρούσεις και πολύ δύσκολες αποφάσεις γύρω από το φαγητό και την ασφάλεια του παιδιού τους.
Ο «Επιστρέφω», ως σύλλογος γονέων και φίλων ανθρώπων με διατροφικές διαταραχές, επιτελεί έναν πολύ σημαντικό ρόλο: μειώνει την απομόνωση των οικογενειών, παρέχει αξιόπιστη ενημέρωση, δημιουργεί χώρο για ανταλλαγή εμπειριών και διεκδικεί καλύτερη πρόσβαση στη φροντίδα. Παράλληλα, μέσα από δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης συμβάλλει στο να μιλάμε ανοιχτά για ασθένειες που για χρόνια συνοδεύονταν από σιωπή, ενοχή και στιγματισμό.
Τα κενά, ωστόσο, παραμένουν μεγάλα. Χρειαζόμαστε ένα οργανωμένο εθνικό δίκτυο εξειδικευμένων και διεπιστημονικών δημόσιων υπηρεσιών για παιδιά, εφήβους και ενηλίκους. Χρειαζόμαστε έγκαιρη αξιολόγηση, θεραπεία χωρίς μακρές αναμονές, ενδιάμεσα επίπεδα εντατικής φροντίδας μεταξύ του απλού εξωτερικού ιατρείου και της νοσηλείας, σαφείς διαδρομές παραπομπής και καλύτερη γεωγραφική κάλυψη. Η οικογένεια δεν μπορεί να αναλαμβάνει μόνη της να συντονίζει παιδιάτρους, ψυχιάτρους, ψυχολόγους και διαιτολόγους, ιδιαίτερα όταν το παιδί είναι σοβαρά. Η έγκαιρη και εξειδικευμένη φροντίδα δεν πρέπει να εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας ή την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας.
Τι θα λέγατε σε έναν γονιό ή εκπαιδευτικό που υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν ξέρει πώς να ανοίξει τη συζήτηση;
Θα του έλεγα να μην περιμένει να είναι απολύτως βέβαιος. Δεν χρειάζεται να κάνει διάγνωση, χρειάζεται να εκφράσει ήρεμα και συγκεκριμένα την ανησυχία του. Η συζήτηση είναι προτιμότερο να γίνει σε μια ήρεμη στιγμή και όχι επάνω στο γεύμα ή μετά από μια σύγκρουση. Μπορεί να ξεκινήσει λέγοντας: «Έχω παρατηρήσει ότι τελευταία αποφεύγεις τα γεύματα και φαίνεσαι πολύ κουρασμένος και αγχωμένος. Ανησυχώ για σένα. Δεν θέλω να σε κρίνω ούτε να σε πιέσω, θέλω να καταλάβω τι συμβαίνει και να βρούμε μαζί βοήθεια». Μιλάμε για όσα έχουμε παρατηρήσει και για το πώς φαίνεται να αισθάνεται το παιδί, όχι για το αν δείχνει «πολύ αδύνατο» ή αν το βάρος του είναι «φυσιολογικό».
Στη συζήτηση χρειάζεται να αποφεύγονται η κριτική, οι απειλές και φράσεις όπως «απλώς φάε», οι οποίες υποτιμούν τη δυσκολία που βιώνει το παιδί. Στόχος δεν είναι να το πιέσουμε να παραδεχτεί ότι έχει πρόβλημα ούτε να κερδίσουμε μια διαφωνία, αλλά να το ακούσουμε και να του δείξουμε ότι είμαστε διαθέσιμοι να το στηρίξουμε. Αν το παιδί αρνείται το πρόβλημα ή δεν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητά του, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται βοήθεια· η περιορισμένη επίγνωση μπορεί να αποτελεί μέρος της ίδιας της διαταραχής. Ο γονιός, επομένως, δεν χρειάζεται να περιμένει τη συμφωνία του παιδιού για να απευθυνθεί σε παιδίατρο και σε εξειδικευμένη ομάδα διατροφικών διαταραχών για αξιολόγηση.
Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται επίσης να μεταφέρει συγκεκριμένες παρατηρήσεις, να ακολουθήσει τις διαδικασίες προστασίας του σχολείου και να επικοινωνήσει εγκαίρως με την οικογένεια. Αν υπάρχουν λιποθυμίες, έντονη αδυναμία, αφυδάτωση, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, πόνος στο στήθος, αυτοτραυματισμός ή σκέψεις αυτοκτονίας, απαιτείται άμεση ιατρική ή ψυχιατρική αξιολόγηση.
Πηγή : iatro.gr
Η χαμένη γενιά του Ozempic: Τι λέει η ψυχολόγος Μαρία Τσιάκα



