Νέα εξέταση αίματος εντοπίζει πιθανή επιστροφή του καρκίνου του μαστού χρόνια πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων
Γράφει η Νατάσα Καψάλη
Μια νέα διαγνωστική προσέγγιση που βρίσκεται υπό διερεύνηση ανοίγει νέους δρόμους στην παρακολούθηση ασθενών με πρώιμο καρκίνο του μαστού. Ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Λουντ στη Σουηδία ανέπτυξε μια εξατομικευμένη εξέταση αίματος, η οποία φαίνεται πως μπορεί να εντοπίσει σημάδια πιθανής υποτροπής της νόσου αρκετά χρόνια πριν αυτή γίνει κλινικά εμφανής.
Η τεχνική βασίζεται στη λεγόμενη «υγρή βιοψία» και στην αναζήτηση μικρών ποσοτήτων γενετικού υλικού που απελευθερώνουν τα καρκινικά κύτταρα στην κυκλοφορία του αίματος. Μέσω ειδικά σχεδιασμένης ανάλυσης PCR, οι επιστήμονες δημιουργούν ένα μοριακό «αποτύπωμα» για κάθε ασθενή, με βάση τις ιδιαίτερες μεταλλάξεις που έχει παρουσιάσει ο αρχικός όγκος.
Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου εξετάστηκε σε μελέτη που εντάχθηκε στο ερευνητικό πρόγραμμα NeoCircle του Sweden Cancerome Analysis Network – Breast. Στην έρευνα συμμετείχαν 136 γυναίκες με πρώιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες είχαν υποβληθεί σε χημειοθεραπεία πριν από τη χειρουργική επέμβαση, την περίοδο 2014-2019.
Οι περισσότερες ασθενείς παρουσίασαν πολύ καλή ανταπόκριση στη θεραπεία, με σχεδόν πλήρη εξαφάνιση των ενδείξεων ενεργού όγκου πριν από το χειρουργείο. Παρ’ όλα αυτά, η νέα εξέταση κατάφερε να ανιχνεύσει ίχνη καρκινικού DNA στο αίμα 28 γυναικών, αποκαλύπτοντας έναν πιθανό αυξημένο κίνδυνο επανεμφάνισης της νόσου.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, περισσότερες από τις μισές γυναίκες με θετικό αποτέλεσμα στην εξέταση εμφάνισαν αργότερα υποτροπή, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν σημαντικά χαμηλότερο μεταξύ εκείνων που δεν παρουσίαζαν ανιχνεύσιμο καρκινικό DNA. Αντίστοιχη διαφορά καταγράφηκε και στην επιβίωση, με τις ασθενείς στις οποίες εντοπίστηκαν γενετικά ίχνη του όγκου να εμφανίζουν δυσμενέστερη πορεία.
Η παρακολούθηση των συμμετεχουσών διήρκεσε κατά μέσο όρο πάνω από έξι χρόνια. Σε αυτό το διάστημα καταγράφηκαν περιπτώσεις μεταστατικής εξέλιξης της νόσου, ενώ σε αρκετές από αυτές η εξέταση αίματος είχε δώσει προειδοποιητικό σήμα πολύ πριν από την εμφάνιση των κλασικών κλινικών ενδείξεων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανίχνευση του καρκινικού DNA προηγήθηκε της διάγνωσης της υποτροπής ακόμη και κατά τέσσερα χρόνια, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί στο μέλλον να συμβάλει στην πιο έγκαιρη αναγνώριση ασθενών που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση ή πρόσθετες παρεμβάσεις.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, τονίζουν ότι η πρώιμη προειδοποίηση από μια τέτοια εξέταση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορεί ήδη να αλλάξει την πορεία της νόσου. Απαιτούνται μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές ώστε να διαπιστωθεί αν η έγκαιρη ανίχνευση υποτροπής οδηγεί πράγματι σε καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα.
Ένα ακόμη εύρημα που προκαλεί ενδιαφέρον αφορά μια μικρή ομάδα ασθενών στις οποίες αρχικά είχε βρεθεί καρκινικό DNA στο αίμα, όμως αργότερα η ένδειξη εξαφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ξανά μέχρι το τέλος της παρακολούθησης. Οι περισσότερες από αυτές είχαν λάβει ζολεδρονικό οξύ, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται κυρίως για την προστασία της οστικής υγείας, γεγονός που οδηγεί τους ερευνητές στην υπόθεση ότι ίσως διαθέτει και πρόσθετη αντικαρκινική δράση μέσω της ενίσχυσης της ανοσολογικής απόκρισης.
Η πιθανή αυτή επίδραση παραμένει υπό διερεύνηση και θα χρειαστούν νέες μελέτες για να επιβεβαιωθεί αν το φάρμακο μπορεί να περιορίζει την εξέλιξη μικροσκοπικών υπολειμμάτων καρκινικών κυττάρων.



