Έντονη αντιπαράθεση έχει προκαλέσει η απόφαση της διοίκησης του νοσοκομείου Γεννηματάς να απορρίψει τον προγραμματισμό των εφημεριών που είχε εισηγηθεί η Ακτινολογική Υπηρεσία. Οι νοσοκομειακοί γιατροί υποστηρίζουν ότι η επιλογή υποβαθμίζει την ασφαλή λειτουργία του νοσοκομείου για μια ελάχιστη δημοσιονομική εξοικονόμηση.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Νέο μέτωπο έχει ανοίξει στο νοσοκομείο Γεννηματάς, μετά την επιλογή της διοίκησης να μην εγκρίνει τον σχεδιασμό των εφημεριών που είχε καταρτίσει η Ακτινολογική Υπηρεσία. Η εξέλιξη έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών Αθήνας – Πειραιά, η οποία θεωρεί ότι μια απόφαση διοικητικού χαρακτήρα ανατρέπει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό των γιατρών.
Όπως υποστηρίζει η ΕΙΝΑΠ, οι ανάγκες του τμήματος είχαν αξιολογηθεί εδώ και μήνες από τους ίδιους τους επιστήμονες που εργάζονται καθημερινά στις μονάδες υπερήχων, αξονικού και μαγνητικού τομογράφου. Η εκτίμησή τους ήταν ότι σε ορισμένες ημερομηνίες του μήνα ο όγκος των επειγόντων περιστατικών απαιτεί ενισχυμένη ιατρική παρουσία, ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και να εξασφαλίζεται η άμεση εξυπηρέτηση των ασθενών.
Η εισήγηση ακολούθησε, σύμφωνα με τους γιατρούς, όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες και έλαβε την απαραίτητη επιστημονική έγκριση. Ωστόσο, όταν έφτασε στο διοικητικό επίπεδο, δεν υιοθετήθηκε. Η αιτιολογία που δόθηκε, όπως αναφέρει η Ένωση, συνδέεται με την πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση που θα προκαλούσε η εφαρμογή του προγράμματος, με το σχετικό κόστος να υπολογίζεται σε λίγες δεκάδες ευρώ ανά γιατρό ή περίπου 100 έως 200 ευρώ για κάθε σχετική εφημερία.
Η συγκεκριμένη αιτιολόγηση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Στην ΕΙΝΑΠ εκτιμούν ότι δεν μπορεί να γίνεται συζήτηση για περιορισμό της ιατρικής κάλυψης εξαιτίας ενός τόσο περιορισμένου ποσού, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα νοσοκομείο που δέχεται καθημερινά μεγάλο αριθμό επειγόντων περιστατικών.
Οι γιατροί επισημαίνουν, μάλιστα, ότι η πρακτική αυτή έρχεται σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σε άλλες δημόσιες δομές υγείας, όπου, λόγω έλλειψης ακτινολόγων, το κράτος καταφεύγει σε ιδιωτικές εταιρείες για την εξ αποστάσεως αξιολόγηση απεικονιστικών εξετάσεων, καταβάλλοντας σημαντικά υψηλότερα ποσά.
Σύμφωνα με την Ένωση, η διαφωνία δεν περιορίστηκε στους εργαζόμενους, καθώς και δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που προέρχονται από τον ιατρικό χώρο δεν στήριξαν τη σχετική απόφαση.
Η ΕΙΝΑΠ καλεί τη διοίκηση να επανεξετάσει τη στάση της, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις που αφορούν τη στελέχωση κρίσιμων τμημάτων πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και όχι αποκλειστικά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε μεταβολή σε ήδη ολοκληρωμένα προγράμματα ή σε καταγεγραμμένες εφημερίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρές νομικές συνέπειες.
Το περιστατικό αναδεικνύει, για ακόμη μία φορά, τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στις οικονομικές αντοχές του δημόσιου συστήματος υγείας και στις απαιτήσεις που θέτει η καθημερινή λειτουργία των νοσοκομείων και όπως σχολιάζουν άνθρωποι του χώρου, όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από μερικές εκατοντάδες ευρώ, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν τελικά το κόστος μετριέται μόνο στους προϋπολογισμούς ή και στην ποιότητα της περίθαλψης.



