Το γενετικό υπόβαθρο ενός ανθρώπου ενδέχεται να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά σε τραυματικά γεγονότα, με την παιδική ηλικία να αναδεικνύεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο. Νέα μελέτη ερευνητών του King’s College London δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στο τραύμα και τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) διαφέρει ανάλογα τόσο με το είδος της εμπειρίας όσο και με τη γενετική προδιάθεση του ατόμου.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό European Journal of Psychotraumatology και ενισχύουν την άποψη ότι η εμφάνιση της διαταραχής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το τραυματικό γεγονός, αλλά ενδέχεται να επηρεάζεται και από βιολογικούς παράγοντες. Αυτό εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί άνθρωποι που εκτίθενται σε παρόμοιες συνθήκες δεν αναπτύσσουν απαραίτητα την ίδια ψυχολογική αντίδραση.
Τι έδειξε η μελέτη για τη γενετική προδιάθεση
Για να διερευνήσουν τους παράγοντες που σχετίζονται με την εκδήλωση της διαταραχής, οι επιστήμονες αξιοποίησαν γενετικά δεδομένα και πληροφορίες για την υγεία 144.702 ατόμων από τη UK Biobank και τρεις ακόμη μελέτες. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν ως προς τα συμπτώματα του μετατραυματικού στρες, ενώ παράλληλα κλήθηκαν να αναφέρουν εάν είχαν βιώσει συγκεκριμένες τραυματικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής τους.
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε συνολικά 11 κατηγορίες τραύματος, διακρίνοντας εκείνες που εμφανίζονται στην παιδική ηλικία από τις εμπειρίες της ενήλικης ζωής. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί εάν η σύνδεση ανάμεσα σε κάθε μορφή τραύματος και στα συμπτώματα της διαταραχής διαφοροποιείται ανάλογα με το γενετικό προφίλ κάθε ατόμου.
Η ανάλυση ανέδειξε ότι οι γενετικοί παράγοντες ενδέχεται να αλληλεπιδρούν με συγκεκριμένες τραυματικές εμπειρίες, επηρεάζοντας την πιθανότητα εμφάνισης συμπτωμάτων PTSD. Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι η παιδική ηλικία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς αυτή την αλληλεπίδραση.
Γιατί το παιδικό τραύμα βρίσκεται στο επίκεντρο
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας συνδέθηκαν εντονότερα με τα συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες σε σύγκριση με τα τραύματα που καταγράφηκαν στην ενήλικη ζωή. Παράλληλα, η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε γενετικούς παράγοντες και τραυματικά γεγονότα εμφανίστηκε ισχυρότερη στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.
Στις εμπειρίες που εξετάστηκαν περιλαμβάνονταν η συναισθηματική και η σωματική κακοποίηση, η παραμέληση και η σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία. Για την ενήλικη ζωή, οι ερευνητές έλαβαν υπόψη περιστατικά όπως σοβαρά ατυχήματα, σοβαρές ασθένειες, σεξουαλική κακοποίηση, βίαια εγκλήματα, έκθεση σε πολεμικές συνθήκες και η παρουσία κατά τον θάνατο άλλου ανθρώπου.
Η παιδική κακοποίηση εμφάνισε ισχυρότερη σύνδεση με τα συμπτώματα του PTSD από ό,τι η παιδική παραμέληση. Ωστόσο, η παραμέληση, παρότι συνδέθηκε πιο μέτρια με τα συμπτώματα, παρουσίασε μεγαλύτερη πιθανότητα αλληλεπίδρασης με γενετικούς παράγοντες.
Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι διαφορετικές μορφές παιδικού τραύματος ενδέχεται να συνδέονται με διαφορετικούς μηχανισμούς ευαλωτότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που βιώνει κακοποίηση ή παραμέληση θα εμφανίσει PTSD, ούτε ότι η γενετική προδιάθεση καθορίζει από μόνη της την εξέλιξη της ψυχικής υγείας.
Ο ρόλος συγκεκριμένων γονιδίων στην αντίδραση στο τραύμα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι ορισμένα γονίδια που έχουν συσχετιστεί με τη διαταραχή φαίνεται να αλληλεπιδρούν εντονότερα με συγκεκριμένες κατηγορίες τραυματικών εμπειριών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γονίδιο FAM120A, το οποίο συνδέθηκε ισχυρότερα με τη συναισθηματική παραμέληση κατά την παιδική ηλικία σε σχέση με τις άλλες μορφές τραύματος που εξετάστηκαν. Το συγκεκριμένο γονίδιο έχει συσχετιστεί με βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την επεξεργασία του φόβου και του στρες στον εγκέφαλο.
Η παρατήρηση αυτή ενισχύει το επιστημονικό ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο γενετικοί μηχανισμοί μπορεί να επηρεάζουν την απόκριση του οργανισμού σε διαφορετικές ψυχοπιεστικές συνθήκες. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη να εξετάζεται το τραύμα όχι ως μία ενιαία εμπειρία, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την κατανόηση του PTSD
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες μπορεί να εμφανιστεί μετά την έκθεση σε ένα τραυματικό γεγονός, ωστόσο η πορεία της διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η γενετική προδιάθεση αποτελεί έναν από τους παράγοντες που ενδέχεται να συμβάλλουν σε αυτές τις διαφορές, χωρίς να καθορίζει αναπόφευκτα την εμφάνιση της διαταραχής.
Η μελέτη προσφέρει νέα στοιχεία για την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη γενετική και στις εμπειρίες ζωής, υποδεικνύοντας ότι η σχέση τους με την ψυχική υγεία μπορεί να είναι πιο σύνθετη από ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Τα ευρήματα, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι μπορεί ήδη να προβλεφθεί με ακρίβεια ποιος άνθρωπος θα αναπτύξει PTSD με βάση τα γονίδιά του ή το είδος του τραύματος που έχει βιώσει. Η περαιτέρω διερεύνηση αυτών των μηχανισμών θα μπορούσε να συμβάλει σε μια πληρέστερη κατανόηση της διαταραχής και των παραγόντων που επηρεάζουν την ευαλωτότητα κάθε ατόμου



