Η Θεσσαλονίκη γίνεται για ακόμη μία φορά το σημείο συνάντησης των εργαζομένων στη δημόσια Υγεία. Προσλήψεις, μισθοί και στελέχωση στην κορυφή της ατζέντας .Τι σχεδιάζει να ανακοινώσει η κυβέρνηση και γιατί το ΕΣΥ δεν φαίνεται να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα της φετινής ΔΕΘ
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Με κινητοποιήσεις και ισχυρό μήνυμα προς την κυβέρνηση επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη οι εργαζόμενοι του ΕΣΥ, την ώρα που η πολιτική ηγεσία ετοιμάζεται να ανοίξει στη ΔΕΘ τη δική της ατζέντα για την επόμενη ημέρα.
Οι υγειονομικοί αναμένεται να δώσουν δυναμικό «παρών» στους δρόμους της πόλης, μεταφέροντας στη δημόσια συζήτηση τα προβλήματα που, όπως υποστηρίζουν, εξακολουθούν να πιέζουν καθημερινά τα νοσοκομεία και τις υπόλοιπες δομές του δημόσιου συστήματος Υγείας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ελλείψεις προσωπικού, η ανάγκη για μόνιμες προσλήψεις και η μισθολογική ενίσχυση των εργαζομένων. Η ΠΟΕΔΗΝ έχει προγραμματίσει για την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου πορεία στη Θεσσαλονίκη, με σημείο αναφοράς το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο.
Το ενδιαφέρον πλέον μεταφέρεται στο Μέγαρο Μαξίμου και στο ερώτημα εάν η κυβέρνηση προτίθεται να απαντήσει στις διεκδικήσεις με νέες εξαγγελίες από το βήμα της ΔΕΘ.
Οι μέχρι τώρα πληροφορίες δεν δείχνουν προς ένα νέο, ειδικά σχεδιασμένο οικονομικό πακέτο για τους εργαζομένους του ΕΣΥ. Αντίθετα, ο κυβερνητικός σχεδιασμός φαίνεται να δίνει μεγαλύτερο βάρος σε μέτρα με άμεσο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα, όπως οι φορολογικές παρεμβάσεις και η στήριξη των νοικοκυριών.
Η κυβέρνηση αντιπαραθέτει έργα και επενδύσεις
Στο κυβερνητικό αφήγημα, πάντως, η Υγεία δεν βρίσκεται εκτός σχεδιασμού. Το αντίθετο.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν διοχετευθεί σημαντικοί πόροι στο ΕΣΥ, με έμφαση στις κτιριακές υποδομές, στον εξοπλισμό, στην ανακαίνιση νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας, αλλά και στην ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης.
Αυτό το σκέλος αναμένεται να αποτελέσει και βασικό επιχείρημα απέναντι στην κριτική των εργαζομένων: ότι δηλαδή το δημόσιο σύστημα Υγείας βρίσκεται σε διαδικασία συνολικής αναβάθμισης και ότι οι αλλαγές δεν περιορίζονται στις προσλήψεις.
Είναι, όμως, ακριβώς εδώ που βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίθεση.
Η κυβέρνηση μετρά κτίρια, ανακαινίσεις, εξοπλισμό, ψηφιακές υπηρεσίες και προγράμματα πρόληψης. Οι εργαζόμενοι μετρούν κενές οργανικές θέσεις, βάρδιες, εφημερίες, αποχωρήσεις και μισθούς.
Και οι δύο πλευρές μιλούν για το ίδιο ΕΣΥ, αλλά περιγράφουν δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες.
Οι προσλήψεις υπάρχουν – το ερώτημα είναι αν αρκούν
Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί έναν σημαντικό αριθμό προσλήψεων που έχουν ανακοινωθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία υλοποίησης. Για το 2026 έχουν ανακοινωθεί 8.208 προσλήψεις στο ΕΣΥ, μεταξύ των οποίων και 3.000 θέσεις μέσω του λοιπού επικουρικού προσωπικού.
Το επιχείρημα, επομένως, από την κυβερνητική πλευρά είναι σαφές: το προσωπικό ενισχύεται και οι διαδικασίες συνεχίζονται.
Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι οι ανάγκες του συστήματος δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με προκηρύξεις και σταδιακές προσλήψεις.
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στο εάν οι θέσεις καλύπτονται, εάν οι υγειονομικοί παραμένουν στο δημόσιο σύστημα και εάν τα νοσοκομεία μπορούν να λειτουργούν χωρίς να στηρίζονται διαρκώς στην υπερεργασία του υπάρχοντος προσωπικού.
Αυτό είναι και το πολιτικό πρόβλημα που δύσκολα κρύβεται πίσω από τους αριθμούς.
Το μισθολογικό παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα
Για τους εργαζομένους, η συζήτηση δεν τελειώνει στις προσλήψεις.
Η αμοιβή παραμένει κρίσιμο ζήτημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση αναζητά τρόπους να κάνει το ΕΣΥ πιο ελκυστικό για γιατρούς και νοσηλευτές.
Κίνητρα για όσους υπηρετούν σε νησιωτικές ή δυσπρόσιτες περιοχές, οικονομικές ενισχύσεις και άλλες παρεμβάσεις βρίσκονται ήδη στο κυβερνητικό οπλοστάσιο.
Ωστόσο, οι εργαζόμενοι ζητούν κάτι ευρύτερο: μια συνολική αλλαγή στο μισθολογικό καθεστώς και στις συνθήκες εργασίας, ώστε η παραμονή στο ΕΣΥ να αποτελεί πραγματική επαγγελματική επιλογή και όχι λύση ανάγκης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν πως οι ανάγκες του συστήματος θα συνεχίσουν να υπάρχουν, ενώ παράλληλα προβάλλονται οι προσπάθειες για περισσότερο προσωπικό και μικρότερους χρόνους αναμονής.
Η μάχη της εικόνας και η μάχη της καθημερινότητας
Η φετινή ΔΕΘ αναμένεται έτσι να έχει ένα ιδιαίτερο πολιτικό χαρακτηριστικό.
Από τη μία θα παρουσιαστεί η εικόνα ενός ΕΣΥ που αλλάζει μέσα από επενδύσεις, ανακαινίσεις, ψηφιακές εφαρμογές και νέες υποδομές. Η κυβέρνηση έχει ήδη χρησιμοποιήσει αυτή τη στρατηγική επικοινωνίας, παρουσιάζοντας τις παρεμβάσεις στις δημόσιες δομές ως απόδειξη ότι το σύστημα βρίσκεται σε τροχιά μετασχηματισμού.
Από την άλλη, έξω από τα περίπτερα της Έκθεσης θα βρίσκονται οι εργαζόμενοι που θα ζητούν απαντήσεις για την καθημερινότητα μέσα στα νοσοκομεία.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της φετινής αντιπαράθεσης.
Γιατί ένα σύστημα Υγείας δεν αξιολογείται μόνο από το πόσα κτίρια ανακαινίστηκαν ή πόσα μηχανήματα αγοράστηκαν. Κρίνεται και από το εάν υπάρχει γιατρός στο τμήμα, νοσηλευτής στη βάρδια και προσωπικό αρκετό ώστε ένας ασθενής να μη μετατρέπεται σε αριθμό μιας λίστας αναμονής.
Η κυβέρνηση έχει ήδη επιλέξει να παρουσιάσει το δικό της αποτύπωμα στο ΕΣΥ. Οι υγειονομικοί, με τις κινητοποιήσεις τους, επιχειρούν να παρουσιάσουν το δικό τους.
Η ΔΕΘ θα δείξει τελικά ποια από τις δύο εικόνες θα κυριαρχήσει.
Και κυρίως, αν πίσω από τις εξαγγελίες θα υπάρξει κάποια νέα συγκεκριμένη δέσμευση για εκείνους που κρατούν καθημερινά όρθιο το δημόσιο σύστημα Υγείας ή αν η φετινή παρουσία του ΕΣΥ στη Θεσσαλονίκη θα περιοριστεί σε έναν ακόμη γύρο πολιτικών ανακοινώσεων και κυβερνητικού απολογισμού.



