Χρηματοδότηση στο 5,5% του ΑΕΠ, χρέη 1,6 δισ. ευρώ και υψηλές ιδιωτικές δαπάνες υγείας – η εικόνα που περιγράφουν οι εργαζόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία απέχει από το κυβερνητικό αφήγημα της μεγάλης αναβάθμισης
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Μπορεί η κυβέρνηση να παρουσιάζει το ΕΣΥ ως ένα σύστημα που βρίσκεται στην καλύτερη φάση των τελευταίων ετών, όμως οι αριθμοί και η καθημερινότητα στα δημόσια νοσοκομεία επιμένουν να χαλούν την εικόνα. Η ΠΟΕΔΗΝ επαναφέρει στο προσκήνιο τη χαμηλή δημόσια χρηματοδότηση, τα συσσωρευμένα χρέη των νοσοκομείων και τη μεγάλη οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, θέτοντας ένα μάλλον άβολο ερώτημα: αν πράγματι το ΕΣΥ βρίσκεται σε περίοδο πρωτοφανούς ενίσχυσης, γιατί οι βασικές του αδυναμίες εξακολουθούν να παραμένουν τόσο έντονες;
Η «νέα εποχή» του ΕΣΥ σκοντάφτει στους αριθμούς
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία για το Εθνικό Σύστημα Υγείας βασίζεται τα τελευταία χρόνια σε έναν διαρκή κατάλογο παρεμβάσεων, επενδύσεων και αλλαγών. Η εικόνα που επιχειρείται να εμπεδωθεί είναι εκείνη ενός ΕΣΥ που αφήνει πίσω του τις παλιές παθογένειες και περνά σε μια περίοδο ουσιαστικής αναβάθμισης.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πρόβλημα με αυτή την αφήγηση: οι αριθμοί δεν φαίνεται να έχουν ενημερωθεί ακόμη.
Η ΠΟΕΔΗΝ υποστηρίζει ότι η δημόσια χρηματοδότηση της υγείας παραμένει περίπου στο 5,5% του ΑΕΠ, επίπεδο που απέχει σημαντικά από τις αντίστοιχες δαπάνες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Ομοσπονδία, κινείται περίπου στο 7,7%.
Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική υποσημείωση. Μεταφράζεται σε διαθέσιμους πόρους για προσωπικό, υποδομές, εξοπλισμό, προμήθειες και συνολικά για τη δυνατότητα των δημόσιων νοσοκομείων να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ασθενών.
Βέβαια το δημόσιο σύστημα δεν επαρκεί, υπάρχει πάντα ο ιδιωτικός λογαριασμός. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, περίπου το 40% των δαπανών υγείας καταβάλλεται απευθείας από τους πολίτες.
Είναι ίσως η λιγότερο επικοινωνιακή πλευρά της «αναβάθμισης» του ΕΣΥ: το κράτος μπορεί να παρουσιάζει περισσότερες παρεμβάσεις, αλλά ένα σημαντικό μέρος του κόστους εξακολουθεί να μεταφέρεται στην τσέπη του ασθενούς.
Το 1,6 δισ. ευρώ που δεν χωρά σε κυβερνητικό απολογισμό
Στο οικονομικό σκέλος, η ΠΟΕΔΗΝ θέτει ένα ακόμη πιο συγκεκριμένο ζήτημα. Τα χρέη των δημόσιων νοσοκομείων, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που επικαλείται, έχουν φτάσει περίπου στο 1,6 δισ. ευρώ.
Το ποσό είναι αρκετά μεγάλο ώστε να δυσκολεύεται να περάσει ως απλή «λεπτομέρεια» της λειτουργίας του συστήματος.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της έχει αναδείξει την αύξηση των διαθέσιμων πόρων για το ΕΣΥ ως απόδειξη ενίσχυσης των νοσοκομείων. Οι εργαζόμενοι, όμως, υποστηρίζουν ότι η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη, καθώς σημαντικό μέρος της αύξησης συνδέεται με την απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Παράλληλα, η αύξηση του κόστους των υλικών και των υπηρεσιών που αγοράζουν τα νοσοκομεία περιορίζει την πραγματική αξία αυτών των επιπλέον κονδυλίων.
Με απλά λόγια, περισσότερα χρήματα δεν σημαίνει αυτομάτως και περισσότερες δυνατότητες. Εάν το κόστος λειτουργίας αυξάνεται ταχύτερα από τη χρηματοδότηση, ένα μέρος της πολυδιαφημιζόμενης ενίσχυσης απλώς καλύπτει την ακρίβεια.
Το ΕΣΥ ανάμεσα στην επικοινωνία και την καθημερινότητα
Η αντιπαράθεση κυβέρνησης και εργαζομένων δεν αφορά, επομένως, μόνο το αν έγιναν παρεμβάσεις. Αφορά το αν αυτές έχουν αλλάξει ουσιαστικά τη λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί έργα, προσλήψεις, επενδύσεις και παρεμβάσεις. Το ζήτημα είναι αν το άθροισμά τους αρκεί για να αντιμετωπίσει τις διαχρονικές αδυναμίες ενός συστήματος που εξακολουθεί να λειτουργεί με περιορισμένη δημόσια χρηματοδότηση και σημαντικές οικονομικές εκκρεμότητες.
Η κυβέρνηση μπορεί να μετρά έργα και ανακοινώσεις. Οι εργαζόμενοι μετρούν ελλείψεις, ανάγκες και αντοχές του συστήματος.
Και ο πολίτης, τελικά, μετρά κάτι ακόμη πιο απλό: πόσο εύκολα θα βρει γιατρό, πόσο θα περιμένει για μια εξέταση ή ένα χειρουργείο και πόσα θα χρειαστεί να πληρώσει από την τσέπη του.
Εκεί βρίσκεται και η πραγματική δοκιμασία για το ΕΣΥ. Γιατί μια δημόσια υπηρεσία υγείας δεν κρίνεται από το πόσο εντυπωσιακός είναι ο απολογισμός της κυβέρνησης, αλλά από το αν ο ασθενής αισθάνεται ότι το σύστημα μπορεί πράγματι να τον στηρίξει όταν το χρειαστεί.



