Με νέα ψηφιακά εργαλεία επιχειρεί το υπουργείο Υγείας να αποκτήσει πλήρη εικόνα των προμηθειών στα δημόσια νοσοκομεία, φιλοδοξώντας να περιορίσει τις ανεξέλεγκτες δαπάνες και να αντιμετωπίσει τις χρόνιες στρεβλώσεις που επιβαρύνουν τα οικονομικά του ΕΣΥ.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Τα δημόσια νοσοκομεία συνεχίζουν να κουβαλούν ένα από τα βαρύτερα οικονομικά φορτία του Δημοσίου, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις ότι η κατάσταση εξομαλύνεται. Οι οφειλές προς τους προμηθευτές εξακολουθούν να κινούνται σε επίπεδα που δύσκολα συμβιβάζονται με την εικόνα ενός συστήματος που, υποτίθεται, έχει περάσει στην εποχή του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Ακριβώς γι’ αυτό το υπουργείο Υγείας επιχειρεί τώρα να περάσει σε ένα αυστηρότερο μοντέλο ελέγχου των προμηθειών, φιλοδοξώντας να βάλει τέλος σε πρακτικές που εδώ και χρόνια επιβαρύνουν τα οικονομικά του ΕΣΥ. Στόχος είναι να καταγράφεται ηλεκτρονικά κάθε στάδιο της διαδρομής ενός υλικού: από την παραγγελία και τον προμηθευτή μέχρι την τελική κατανάλωσή του μέσα στα νοσοκομεία.
Στο πλαίσιο αυτό προχωρά η δημιουργία ψηφιακού μητρώου για αναλώσιμα και προμηθευτές, ενώ το επόμενο διάστημα σχεδιάζεται η πλήρης εφαρμογή ηλεκτρονικών διαγωνισμών για τις κεντρικές προμήθειες. Το ζητούμενο είναι να πάψει το Δημόσιο να λειτουργεί με διαδικασίες που συχνά θυμίζουν περισσότερο αυτοσχεδιασμό παρά οργανωμένο σύστημα διαχείρισης.
Την ίδια ώρα αναπτύσσονται μηχανισμοί που θα επιτρέπουν στο υπουργείο να παρακολουθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τις συνεργασίες του ΕΣΥ με τον ιδιωτικό τομέα, ενώ πιλοτικά ελέγχονται ακόμη και οι παραγγελίες υγειονομικού υλικού που πραγματοποιούνται για τα χειρουργεία. Με απλά λόγια, επιχειρείται να περιοριστεί η δυνατότητα να διακινούνται υλικά χωρίς ουσιαστικό οικονομικό έλεγχο ή χωρίς να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποιος εγκρίνει κάθε δαπάνη.
Η παρέμβαση δεν γίνεται επειδή το σύστημα αποφάσισε ξαφνικά να αγαπήσει τη διαφάνεια. Γίνεται επειδή οι αριθμοί δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Τα χρέη προς τις εταιρείες που προμηθεύουν τα δημόσια νοσοκομεία παραμένουν διαχρονικά υψηλά, ενώ κάθε χρόνο προστίθενται νέες οικονομικές εκκρεμότητες που μεταφέρονται από χρήση σε χρήση.
Ξεχωριστή θέση σε αυτή την εξίσωση εξακολουθούν να έχουν τα λεγόμενα «ατιμολόγητα», μια ελληνική διοικητική… εφεύρεση που επιβιώνει παρά τις αλλεπάλληλες εξαγγελίες περί εξορθολογισμού. Στην πράξη πρόκειται για υλικά που έχουν ήδη παραγγελθεί και χρησιμοποιηθεί, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η αντίστοιχη δημοσιονομική πρόβλεψη. Το αποτέλεσμα είναι οι οικονομικές υποχρεώσεις να εμφανίζονται εκ των υστέρων, διογκώνοντας τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα για την πραγματική κατάσταση των προϋπολογισμών.
Δεν είναι λίγες οι φορές που οι προμηθευτές, βλέποντας τις πληρωμές να καθυστερούν επί μήνες ή και περισσότερο, επιλέγουν να απευθυνθούν στα ευρωπαϊκά όργανα προκειμένου να ασκηθούν πιέσεις προς την ελληνική πλευρά. Ένα φαινόμενο που έχει επαναληφθεί τόσες φορές ώστε δύσκολα μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί συγκυριακό.
Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να παρουσιάσει σημάδια βελτίωσης, τα δημόσια νοσοκομεία εξακολουθούν να αποτελούν τον μεγαλύτερο οφειλέτη του ελληνικού Δημοσίου. Τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αποτυπώνουν συνολικές υποχρεώσεις ύψους 1,59 δισ. ευρώ. Το ποσό είναι ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με την προηγούμενη καταγραφή των 1,696 δισ. ευρώ, παραμένει όμως ενδεικτικό του μεγέθους του προβλήματος.
Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία του υπουργείου Υγείας επιμένει ότι η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη από εκείνη των προηγούμενων ετών. Ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους έχει υποστηρίξει ότι η κρατική χρηματοδότηση προς τα νοσοκομεία έχει αυξηθεί κατά 120% σε σύγκριση με το 2019, ενώ σημειώνει ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν περιοριστεί στα περίπου 532 εκατ. ευρώ.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν η νέα ψηφιακή εποχή θα καταφέρει να αλλάξει μια νοοτροπία που για δεκαετίες αντιμετώπιζε τις προμήθειες ως μια διαδικασία που «κάπως θα τακτοποιηθεί στην πορεία». Γιατί στο ΕΣΥ η τεχνολογία μπορεί να αλλάζει, όμως οι παλιές συνήθειες αποδεικνύονται συνήθως πολύ πιο ανθεκτικές από οποιαδήποτε ηλεκτρονική πλατφόρμα.



