Ένα νέο μοντέλο εποπτείας για τις επιχειρήσεις αισθητικής και τις δομές παροχής διαιτολογικών υπηρεσιών εισάγει το υπουργείο Υγείας, επιδιώκοντας να επιταχύνει την ανίχνευση και διερεύνηση περιστατικών που ενδέχεται να παραβιάζουν το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Γράφει η Αναστασία Καφετζή – Δημοσιογράφος Υγείας
Στην καρδιά της νέας διαδικασίας βρίσκεται το Σύστημα Διαχείρισης Καταγγελιών (ΣΔΚ), μέσω του οποίου οι πολίτες αποκτούν έναν ενιαίο δίαυλο επικοινωνίας με τις αρμόδιες αρχές. Οι αναφορές θα μπορούν να υποβάλλονται τηλεφωνικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, χωρίς να είναι υποχρεωτική η γνωστοποίηση των στοιχείων του πολίτη, καθώς προβλέπεται η δυνατότητα τόσο επώνυμης όσο και ανώνυμης υποβολής.
Το νέο πλαίσιο καλύπτει το σύνολο των εργαστηρίων αισθητικής, των ανεξάρτητων διαιτολογικών γραφείων και των πολυδύναμων μονάδων που παρέχουν υπηρεσίες διατροφικής υποστήριξης.
Η πρώτη αξιολόγηση καθορίζει τις επόμενες κινήσεις
Κάθε αναφορά που εισέρχεται στο σύστημα εξετάζεται σε πρώτο στάδιο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου, οι οποίες καλούνται μέσα σε δύο ημέρες να αποφασίσουν εάν η υπόθεση απαιτεί άμεση διαχείριση.
Η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στο περιεχόμενο της καταγγελίας. Εξετάζεται αν τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί επιτρέπουν τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και αν προκύπτει πιθανή παράβαση της νομοθεσίας. Εφόσον δεν υπάρχουν τα απαραίτητα δεδομένα, η διαδικασία δεν προχωρά σε επόμενο στάδιο.
Οι Περιφέρειες αναλαμβάνουν τη διερεύνηση
Όταν μια υπόθεση κριθεί ότι χρήζει περαιτέρω ελέγχου, διαβιβάζεται στις αρμόδιες υπηρεσίες των Περιφερειών. Οι ελεγκτές πραγματοποιούν επιτόπιες αυτοψίες, εξετάζουν τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης και διαπιστώνουν αν τηρούνται οι προβλεπόμενες προδιαγραφές.
Σκοπός των ελέγχων είναι να εντοπιστούν εγκαίρως πρακτικές που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των πολιτών ή να παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία.
Με ποια κριτήρια μπαίνουν οι υποθέσεις σε προτεραιότητα
Το υπουργείο δεν αντιμετωπίζει όλες τις καταγγελίες με τον ίδιο τρόπο. Η βαρύτητα κάθε υπόθεσης καθορίζεται ύστερα από αξιολόγηση μιας σειράς παραμέτρων.
Συνεκτιμάται εάν έχουν προηγηθεί παρόμοιες αναφορές για την ίδια επιχείρηση, αν η δραστηριότητα λειτουργεί με το προβλεπόμενο καθεστώς αδειοδότησης ή γνωστοποίησης, εάν επηρεάζονται άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, αλλά και το μέγεθος των πιθανών συνεπειών που μπορεί να προκύψουν.
Η διαδικασία αυτή οδηγεί στη διαμόρφωση του βαθμού προτεραιότητας κάθε υπόθεσης, ώστε οι πλέον κρίσιμες να εξετάζονται κατά προτεραιότητα.
Τι σημαίνει υψηλός, μεσαίος και χαμηλός κίνδυνος
Οι υποθέσεις διακρίνονται σε τρία επίπεδα σοβαρότητας.
Η ανώτερη κατηγορία αφορά περιστατικά με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, όπως απώλεια ζωής ή σοβαρή βλάβη της σωματικής ή ψυχικής υγείας που επιβάλλει άμεση νοσοκομειακή περίθαλψη και μπορεί να αφήσει μόνιμες επιπτώσεις.
Στη δεύτερη βαθμίδα εντάσσονται περιστατικά που απαιτούν ιατρική αντιμετώπιση, χωρίς όμως να απαιτείται εισαγωγή σε νοσοκομείο. Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται και περιπτώσεις όπου εργαζόμενοι αδυνατούν να συνεχίσουν την εργασία τους λόγω προβλημάτων υγείας που συνδέονται με την καταγγελλόμενη παράβαση.
Η χαμηλότερη βαθμίδα αφορά παραβάσεις που δεν έχουν ως αποτέλεσμα τραυματισμό ή επιβάρυνση της υγείας που να απαιτεί ιατρική παρέμβαση.
Αναλυτική καταγραφή των ευρημάτων μετά από κάθε έλεγχο
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, οι ελεγκτές συντάσσουν πλήρη υπηρεσιακή αναφορά, στην οποία αποτυπώνονται τα αποτελέσματα της αυτοψίας, οι διαπιστώσεις που προέκυψαν, καθώς και οι διορθωτικές ενέργειες που επιβάλλονται όπου απαιτείται.
Παράλληλα, ο πολίτης που υπέβαλε την αναφορά ενημερώνεται για την πορεία της υπόθεσης και για τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν μέσα σε χρονικό διάστημα δέκα ημερών.



